Μπαγκάζια (2) with a twist.

Σκούπισα βιαστικά το πρόσωπό μου και ξεστόμισα ένα "σύνελθε επιτέλους" μήπως και επισπεύσει την κατάσταση. Έβαλα το κεφάλι ανάμεσα στα κιγκλιδώματα της σπειροειδους σκάλας και κοίταξα με κόπο προς τα κάτω. Είχα ακούσει σωστά. Κάποιος, πράγματι, ανέβαινε τα σκαλιά. 
Δεν φαινόταν πρόσωπο ή σώμα, ίσα ίσα οι μύτες από δυο γκρι, -μάλλον- πολυφορεμένων αθλητικών παπουτσιών. Ανδρικών. Τίποτε άλλο. Σηκώθηκα και σχεδόν κρεμάστηκα από τα κάγκελα αλλά δίχως αποτέλεσμα. Καμία άλλη ένδειξη. Εκτός του ήχου, φυσικά. Ένας βαρύς ήχος, χαρακτηριστικός, αυτός των πελμάτων που σέρνονται καθώς ανεβαίνουν σκαλοπάτια. Σε αλλιώτικη περίπτωση θα υπέθετα ότι είναι από βαρεμάρα. Στη συγκεκριμένη μαρτυρούσε σίγουρα δυσκολία, προσπάθεια. Βάσανο.

Ο ήχος ερχόταν από μακριά. Έμοιαζε να βρισκόταν στην αρχή. Σαν να ξεκινούσε τώρα την ανάβαση. Άραγε σε ποιον όροφο να είναι ο προορισμός του; Θα άντεχε;

Μαζί με τον μακρινό ήχο, σε κάθε σκαλί ακουγόταν κι ένας χτύπος. Σε κάθε δέκα χτύπους κι ένα μακρύ σύρσιμο στο πέτρινο πλατύσκαλο. Και μια μικρή παύση. Με μια μεγάλη ανάσα και έναν γνώριμο αναστεναγμό. Πόσα να κουβαλάει τάχα; Πολλά μικρά; Ένα μεγάλο; 

Κατέβηκα από τα κάγκελα και κοίταξα ανέκφραστα αυτά που έφερα εγώ μέχρι εδώ. Ένα μεγάλο και κάποια σκόρπια μικρά. Παλιότερα τοποθετημένα επιμελώς. Τώρα πεταμένα, κάποια τσαλακωμένα και χτυπημένα, έτσι όπως τα ξεφορτώθηκα κατά την άφιξή μου. Παρατημένα σε ένα πλατύσκαλο χωρίς σημασία, σε έναν όροφο χωρίς σημασία, μπροστά από ένα φίκο χωρίς σημασία. Φθαρμένα και φαγωμένα στις γωνίες, βαλίτσες και κουτιά, δεμένα ακόμα μεταξύ τους. Εκτός από το μεγάλο. 

Εκείνο ξεχώριζε.  Δεν ήταν δεμένο με κανένα άλλο και, με τη σκόνη τόσων ετών να έχει σχηματίσει ένα λεπτό φίλμ σε όλη την επιφάνειά του, σχεδόν διαφήμιζε την παλαιότητά του. Κυριαρχούσε. Και το ήξερα. 

Ξυπόλητη όπως ήμουν, και έχοντας ξεχάσει πλέον το πονεμένο πόδι και τον άγνωστο που ανέβαινε ρυθμικά, κατευθύνθηκα προς το μέρος του μπαούλου. Ανέκφραστα πάντα. Σκούντηξα ελαφρά τα υπόλοιπα μικρά -κάποτε αναπόσπαστα κομμάτια μου, τώρα εμπόδια- από μπροστά του. Γνώριζα κάθε του σημάδι, κάθε γρατζουνιά στο καφέ δέρμα, κάθε λακούβα στο σκούρο σίδερο. Μία ακόμα. Προλαβαίνω; 

Το δυνατό φώς άναψε ξαφνικά.
-Μπορείτε να περάσετε, αποκρίθηκε η σοβαρή, άχρωμη φωνή πίσω από την πόρτα. Εάν ακόμα το επιθυμείτε.


Μπαγκάζια (1)



Ουφ. Εφτασα. Επιτελους πλατυσκαλο.

Μια σκουρη πορτα στο βαθος, ενα καφε ξεφτισμενο πατακι του εμποριου στην εισοδο κι ενας φικος στο πλαϊ, αποτιστος για καιρο μαλλον.

Κοιταξα το πατακι της εξωπορτας. Μετα τις σαγιοναρες που φορουσα. Αραγε οταν φορας σαγιοναρες πρεπει να τις σκουπιζεις κι αυτες οπως ολα τα παπουτσια πριν μπεις σε ενα σπιτι; Μηπως να τις εβγαζα πριν μπω. Ισως παλι οχι. Αχ. 
Χτυπησα ελαφρα την πορτα κοιτώντας ακόμα τα πόδια μου, προσπαθωντας να αποφασισω στο θεμα γυμνη πατουσα - σαγιοναρα και τι θεωρειται μεγαλυτερη αγενεια, όταν μια σκια εκανε την εμφανιση της στη χαραμαδα. Ενα δυνατο φως αναψε και μια σοβαρη, αχρωμη, ανδρικη φωνη ακουστηκε. Το συνθημα; Ποιο συνθημα; Δε μου ειπανε κατι για συνθημα, μουρμουρισα και αρχισα να σμπρωχνω το πατακι με το ποδι νευριασμενα. 
Η φωνη δεν αποκριθηκε, το φως εσβησε, η σκια χαθηκε κι εγω συνεχισα να κλωτσαω το πατακι πιο επιμονα, πιο δυνατα ως τη στιγμη που μετα απο ενα αστοχο χτυπημα κατεληξε η πατουσα μου να χτυπαει με φορα στο κουφωμα της πορτας. Κακη ιδεα η κλωτσια με σαγιοναρες, προλαβα να σκεφτω, αλλα ηταν ηδη πολυ αργα. 
Κουτσαινοντας και σιχτιριζοντας καθισα σε ενα απο τα σκαλια που οδηγουσαν στον πιο πανω οροφο κ αρχισα να τριβω το πονεμενο ποδι μου. Μην κλαψεις, ειπα δυνατα. Δε θα κλαψεις. Δεν κλαιω ρε. Κι ετριβα. Ετριβα και εκλαιγα.



Σους! Συνελθε! Καποιος ερχεται.

Ναυάγια


έδωσες ένα φιλί, είπες ένα χαρούμενο "αντίο, θα τα πούμε το βράδυ" και έκλεισες την πόρτα πίσω σου.

μπήκες στο αυτοκίνητο και κοίταξες για μερικά δευτερόλεπτα το μπαλκόνι στον τρίτο όροφο. έξυσες μηχανικά το τιμόνι με το νύχι και, σαν κάτι να θυμήθηκες ξαφνικά, έβαλες τη μηχανή μπροστά. δε φόρεσες ζώνη εσκεμμένα.

μετά από μισής ώρας οδήγηση βρισκόσουν ήδη στο μικρό λιμάνι. άφησες το αμάξι κοντά στην είσοδο και περπάτησες γρήγορα προς τους ντόκους. το σκάφος ήταν εκεί που το είχες αφήσει την τελευταία φορά. ανακούφιση.

έλυσες τον κάβο. έρχομαι.


ήρθες να με δεις.

πάντα αυτό το βλέμμα. πλησίαζες και όλα φωτιζόντουσαν.

δεν έβαλες στολή. ούτε μάσκα σήμερα. γυμνό σώμα. γυμνή ψυχή. έτσι βούτηξες.

ήρθες με δυο απλωτές μπροστά μου. διστακτικά πλησίασες. ακούμπησες πρώτα απαλά την παλάμη σου στο σκουριασμένο σκελετό μου. και μετά το μάγουλο. αρχικά θεώρησα ότι προσπαθούσες να αφουγκραστείς το σφυγμό μου. να δεις αν είμαι ακόμα ζωντανή. αν τα κύματα που ταλαιπωρούν το κουφάρι μου μετατραπούν σε τραγούδι θαλασσινό.
κρατήσου σφιχτά, πόσο ήθελα να φωνάξω.
άφησες τα χέρια, άφησες το σώμα και απλά επέπλευσες.
ήρθα.είμαι εδώ.
δεν το είπες. αλλά σε άκουσα.

πήρες μια βαθιά ανάσα και βούτηξες μέσα μου. τα φύκια, η άμμος και τα ψάρια είχαν κάνει κατάληψη, όμως ακόμα μπορούσες να διακρίνεις σημάδια μιας άλλης ζωής. με το μαχαίρι σου καθάρισες κάποια επίμονα όστρακα και ταυτόχρονα έξυσες τις πληγές μου. τις δικές σου.
έδωσες ώθηση και βούτηξες λίγο βαθύτερα.
τράβηξες μια χαρακιά μέχρι τον βυθό, που έσκισε το φαγωμένο κορμί μου.

αναδύθηκες και με αγκάλιασες, άλλη μια φορά, σφιχτά, στοργικά. μάγουλο και αυτί στο σίδερο. χέρια και καρδιά ανοιχτά.
πάντα θα επιστρέφω.

με μια βαθια ανάσα απομακρύνθηκες και έφτασες εν τέλει στο σκάφος σου. σε έβλεπα να ανεβαίνεις αργά, ο ήλιος να στεγνώνει το σώμα σου και το αλάτι να αχνοφαίνεται στο δέρμα σου. ο αέρας έφερε μια υποψία της μυρωδιάς σου προς το μέρος που στεκόμουν ακίνητη.
έβαλες μπρος, γύρισες για μια στιγμή το κεφάλι σου και χάθηκες, πρώτα εσύ, μετά τα απόνερα και μετά τίποτα. δεν έμεινε τίποτα.

μόνο ανθρώπινα ναυάγια.